Δρ. Μαρία Φραγκάκη
Μπορώ να σας αναπτύξω με μεστό ακαδημαϊκό λόγο τι υποστηρίζουν οι διάφορες επιστημολογικές και θεωρητικές προσεγγίσεις για το αξιολογικό σύστημα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Μπορώ να σας μιλήσω για τα γνωσιακά ενδιαφέροντα που καθορίζουν τα κριτήρια αξιολόγησης, για το «τι» πρέπει να αξιολογούμε, για το «πως» και το «γιατί». Μπορώ ακόμα να σας αναφέρω πολλές βιβλιογραφικές αναφορές για τα είδη της αξιολόγησης, για εκείνη την έρημη «κριτική» και «δημιουργική» σκέψη που πεθαίνει μέσα σε ένα βαθμολογικό σύστημα, για τη «γνώση» που είναι μοναδική, στιβαρή και κραταιά, αλλά δε ξέρουμε ποιανού γνώση είναι και τι κουβαλάει αυτός που τη γράφει σε ένα βιβλίο η την αναρτεί σε ένα δικτυακό τόπο. Μπορώ να σας πως πολλά και όλα επιστημονικά τεκμηριωμένα. Αλλά θα το κάνω μια άλλη φορά.
Αυτό που θέλω τώρα να σας πως είναι μια μικρή προσωπική ιστορία. Όπως λένε και οι εποικοδομητιστές δάσκαλοί μου, μέσα από τις βιωμένες εμπειρίες μαθαίνει κανείς. Σας τη χαρίζω αγαπημένοι μου δάσκαλοι, λίγο πριν βάλετε βαθμούς στους μαθητές σας. Σας τη χαρίζω σεβαστοί γονείς, λίγο πριν πείτε την πρώτη σας κουβέντα στα παιδιά σας που κρατούν στα χέρια τον έλεγχό τους.
«Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ»
Μια φορά κι έναν καιρό,
εκεί, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, πριν την καθιερωμένη βόλτα στο στολισμένο «Μινιόν», με βασάνιζε πάντα ένα «ωχ! Κι αυτό είχε σχέση πάντα με την αγωνία που μου προκαλούσε ο έλεγχος του πρώτου τριμήνου. Και τώρα που μεγάλωσα πάλι εκείνο το “ωχ»! με βασανίζει. Κι ας μην παίρνω βαθμούς. Κι ας δίνω βαθμούς. Αυτό το «πάρε-δώσε» με ταλαιπωρεί διότι το βαθμολογικό σύστημα του παραδοσιακού συστήματος εκπαίδευσης και οι αυταρχικοί δάσκαλοι, οι οποίοι μου «έτυχαν» στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, χάραξαν τη ψυχή μου με ένα ωραιότατο δώρο: ένα τραύμα με κόκκινο γυαλιστερό φιόγκο.
Το Δημοτικό Σχολείο δεν το αγάπησα. Δε μπορούσα ποτέ να καταλάβω γιατί η κολλητή μου φιλενάδα έπαιρνε πάντα 10 κι εγώ πάντα 8. Αφού διάβαζα! Εντάξει, δε λέω,το χέρι μου δεν το πολυσήκωνα γιατί ήμουνα ντροπαλή. Εκείνος ο έλεγχος, όμως, εφιάλτης σκέτος, πάντα με τιμωρούσε για κάτι…8…8…8…άντε κι ένα 10 στη Γυμναστική. Και η καλύτερή μου φίλη μου πάντα 10, σε όλα. Μάλλον, σκεφτόμουν, δεν άξιζα και πολλά πράγματα…
Το Γυμνάσιο δεν το αγάπησα. Ήμουνα τόσο σίγουρη πως σε εκείνο το διαγώνισμα στη Χημεία είχα γράψει 20. Είχα λιώσει στο διάβασμα. Περίμενα με καμάρι τη βαθμολογία. Κι η καθηγήτρια άνοιξε τον κατάλογο και αναφώνησε μπροστά σε όλη την τάξη: Κωσταντίνου 20, Χιώτη 20, Φραγκάκη 9… Κόντεψα να πεθάνω από τη ντροπή μου. Πήρα κάτω από τη βάση τότε, έγινα μεσήλικας τώρα κι ακόμα δεν κατάλαβα γιατί πήρα εκείνο το 9. Εκείνος ο έλεγχος, εφιάλτης σκέτος, πάντα με τιμωρούσε για κάτι…15…16…15…16…άντε κι ένα 18 στη Γυμναστική. Κι η καλύτερή μου φίλη, πάντα 20 σε όλα. Μάλλον, σκεφτόμουν, δεν άξιζα και πολλά πράγματα…
Το Λύκειο το αγάπησα λίγο παραπάνω. Γιατί είχα ένα Μαθηματικό που μου έκανε το αφηρημένο -συγκεκριμένο και το καταλάβαινα και μια Φιλόλογο που μου έκανε το συγκεκριμένο- αφηρημένο και μου πλάτυνε τη σκέψη, δίνοντάς της φτερά να πετάξει. Κι εκείνος ο έλεγχος λίγο γλύκανε…18…19…18…19…Κι όμως, εγώ έμεινα στην πεποίθηση του «χτες» που είχαν οι άλλοι για εμένα. Παράξενο, σκεφτόμουν, πώς έγινε αυτό; Αφού, δεν άξιζα και πολλά πράγματα…
Δίνοντας «Πανελλήνιες» εξετάσεις, ήξερα πως δασκάλα δεν ήθελα να γίνω, αλλά ήταν μια από τις «αναγκαστικές» επιλογές μου στη λίστα. Και πέρασα, πού λέτε; Στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Αθήνας. Έκρυψα τους ελέγχους μου-κι ακόμα κρυμμένους τους έχω- και ξεκίνησα τη φοιτητική μου ζωή.
Κι έφτασε η ώρα που πήγα στο σχολείο για να διδάξω. Μάζεψα την κλονισμένη μου αυτοπεποίθηση και αντίκρισα τα πρώτα μου πρωτάκια πριν είκοσι χρόνια… Κι ήταν όμορφα, πόσο όμορφα ήταν να διδάσκεις! Μα είχα ένα «κουσούρι».
- Όταν έβλεπα «κακό» μαθητή έβαζα στοίχημα κρυφό με τη «μικρή Μαρία», που έκρυβα μέσα μου, να τον πείσω πως αυτή είναι μια ιδέα που του περνούν οι άλλοι, πως δεν είναι η αλήθεια.
- Εξηγούσα στον ίδιο και στους συμμαθητές τους ότι είναι τόσο «καλός» μαθητής όσο κι αυτοί, αλλά μπορεί να είχε μια ατυχία, να μην είχε την κατάλληλη βοήθεια ή να είχε άλλα άγχη κι άλλες έννοιες για ένα μικρό διάστημα.
- Και του τα εξηγούσα όλα με τον πιο απλό και αναλυτικό τρόπο. Και τον έπαιρνα στην έδρα καιτου τα έλεγα με το δικό ΤΟΥ τρόπο, όχι με τον τρόπο των ΑΛΛΩΝ συμμαθητών μου, ούτε με το δικό ΜΟΥ τρόπο. Και του έλεγα πόσο σπουδαίος είναι, μα πόσο!
- Και του έβαζα 10…10…10…και έλεγα σε όλους πόσο πολύ προσπαθεί!
- Έλεγα σε όλο το τμήμα να μην ανταγωνίζονται ο ένας με τον άλλο, αλλά να φροντίζουν να είναι μια καλή ομάδα που το ένα μέλος της να προσφέρει στο κοινό έργο ότι καλύτερο μπορεί και ξέρει.
Κι αυτός καμάρωνε και ψήλωνε και διάβαζε και σήκωνε το χέρι του και το μάκραινε να φτάσει το χέρι των άλλων. Κι όταν έβλεπα το χέρι του κατεβασμένο του γαργαλούσα τη μασχάλη για να το σηκώσει…Κι είδα πως τότε το σήκωνε και το κρατούσε ολόρθο. Ήθελε κι αυτός, όπως κι εγώ, όπως κι εσείς, αυτό το ενθαρρυντικό «κάτι» που θα τον έκανε να διαβάζει πιο πολύ, να μη φοβάται το λάθος, να συμμετέχει με μια φωνή σταθερή κι ένα κορμί καμαρωτό.
Πέρασαν χρόνια πολλά, για να βρω κι εγώ το δικό μου «κάτι», που γαργαλησε τη δική μου μασχάλη. Σήκωσα τότε κι εγώ το χέρι μου και στάθηκα καμαρωτή στο 1.80 ύψος μου. Πήγα στη μετεκπαίδευση, τέλειωσα το μεταπτυχιακό μου, πήρα το διδακτορικό μου, κέρδισα υποτροφία κι άρχισα να παίρνω…10…10…10…Κι έχω τόση αγάπη για αυτό που κάνω. Και βλέπω πια πως μπορώ, πως είμαι ικανή, πως οι βαθμοί μου τότε έλεγαν ψέματα, ήταν χάρτινοι και μου σημάδεψαν με ανεπάρκεια τα τρυφερά μου χρόνια.
Κι έζησα εγώ καλά κι οι μαθητές μου καλύτερα».
Κι όμως, ακόμα, κάποιες στιγμές, φοβάμαι, πως μάλλον κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Κι όμως, κάποιες φορές, αναρωτιέμαι ακόμα αν αυτά τα δεκάρια είναι δικά μου. Κι έχω ακόμα εκείνη την απορία: Γιατί δεν πήρα ποτέ κι εγώ στον έλεγχο ένα καμαρωτό Άριστα (10) στο Δημοτικό Σχολείο; Γιατί εγώ δε μορούσα να τα καταφέρω;
Την απάντηση μου την έδωσε ο Seymour Papert, στις «Νοητικές Θύελλες», στο βιβλίο που πρωτοδιάβασα για να δώσω τις μεταπτυχιακές μου εξετάσεις. Έγραφε, λοιπόν κάπου:
«…και τότε…Η ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ».
Ναι, έτσι είναι. Είμαι τόσο σίγουρη πια. Σου λένε με πολλούς τρόπους πως είσαι ανίκανος, στο ξαναλένε κι εσύ-πού θα πάει- το πιστεύεις…
Όμως, εμείς οι δάσκαλοι έχουμε πια ένα ρόλο διαφορετικό από εκείνον της αυθεντίας, του τιμωρού, του αυταρχικού ηγέτη. Ξέρουμε, πριν σημειώσουμε με μπλε μελάνι την κίτρινη καρτέλα πως χαράζουμε με κόκκινο μια τρυφερή παιδική ψυχή.
Όμως, εμείς οι γονείς έχουμε πια συνειδητοποιήσει πως θέλουμε τα παιδιά μας να είναι πρώτα από όλα συναισθηματικά υγιή, να αισθάνονται ικανά και δυνατά να χαράξουν το δικό τους δρόμο. Ξέρουμε πως πρέπει να τους πούμε ένα μεγάλο «μπράβο» στην προσπάθεια τους και να τα ενθαρρύνουμε.
Σε ένα σύγχρονο σύστημα αξιολόγησης πρέπει
- να προτάσσονται τα κίνητρα μάθησης που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση του μαθητή, την ενθάρρυνση της προσπάθειάς του, τον προσδιορισμό των ενδιαφερόντων του.
- να καλλιεργούνται δεξιότητες συναισθηματικής νοημοσύνης, όπως εκείνες της συνεργατικότητας, της αλληλεπίδρασης, του σεβασμού, της ενσυναίσθησης
- να παρακολουθείται η πρόοδος του μαθητή και να εντοπίζονται οι μαθησιακές του δυνατότητες ή αδυναμίες σε σύγκριση με τις πρότερες επιδόσεις του.
- να δίνεται έμφαση στην εξατομίκευση της αξιολόγησης, αποφεύγοντας τυποποιημένες διαδικασίες σύγκρισης.
- να αναδεικνύεται η «μαθησιακή ταυτότητα» κάθε μαθητή λαμβάνοντας υπόψη τον ατομικό τρόπο και ρυθμό μάθησης του μαθητή, το στάδιο της γλωσσικής του ανάπτυξης, αλλά και τις ευκαιρίες που του προσφέρει το κοινωνικο-οικονομικό του περιβάλλον.
- να υπάρχει στόχευση για την ανάπτυξη της υπευθυνότητας και την καλλιέργεια κριτικού και δημιουργικού πνεύματος.
- να προάγεται η συνδυαστική, διεπιστημονική και ολιστική προσέγγιση της γνώσης.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΤΟΙΜΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ,
ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΧΑΡΑΖΟΥΜΕ ΚΑΘΩΣ ΠΡΟΧΩΡΟΥΜΕ…
ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΧΑΡΑΖΟΥΜΕ ΚΑΘΩΣ ΠΡΟΧΩΡΟΥΜΕ…
Δρ. Μαρία Φραγκάκη
Πηγή: Δημοτικό Σχολείο Ολύνθου
http://dim-olynth.chal.sch.gr/?p=821
Πηγή: Δημοτικό Σχολείο Ολύνθου
http://dim-olynth.chal.sch.gr/?p=821
