Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ

Δρ. Μαρία Φραγκάκη

Μπορώ να σας αναπτύξω με μεστό ακαδημαϊκό λόγο τι υποστηρίζουν οι διάφορες επιστημολογικές και θεωρητικές προσεγγίσεις για το αξιολογικό σύστημα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Μπορώ να σας μιλήσω για τα γνωσιακά ενδιαφέροντα που καθορίζουν τα κριτήρια αξιολόγησης, για το «τι» πρέπει να αξιολογούμε, για το «πως» και το «γιατί». Μπορώ ακόμα να σας αναφέρω πολλές βιβλιογραφικές αναφορές για τα είδη της αξιολόγησης, για εκείνη την έρημη «κριτική» και «δημιουργική» σκέψη που πεθαίνει μέσα σε ένα βαθμολογικό σύστημα, για τη «γνώση» που είναι μοναδική, στιβαρή και κραταιά, αλλά δε ξέρουμε ποιανού γνώση είναι και τι κουβαλάει αυτός που τη γράφει σε ένα βιβλίο η την αναρτεί σε ένα δικτυακό τόπο. Μπορώ να σας πως πολλά και όλα επιστημονικά τεκμηριωμένα. Αλλά θα το κάνω μια άλλη φορά.
Αυτό που θέλω τώρα να σας πως είναι μια μικρή προσωπική ιστορία. Όπως λένε και οι εποικοδομητιστές δάσκαλοί μου, μέσα από τις βιωμένες εμπειρίες μαθαίνει κανείς. Σας τη χαρίζω αγαπημένοι μου δάσκαλοι, λίγο πριν βάλετε βαθμούς στους μαθητές σας. Σας τη χαρίζω σεβαστοί γονείς, λίγο πριν πείτε την πρώτη σας κουβέντα στα παιδιά σας που κρατούν στα χέρια τον έλεγχό τους.
«Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ»
Μια φορά κι έναν καιρό,
εκεί, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, πριν την καθιερωμένη βόλτα στο στολισμένο «Μινιόν», με βασάνιζε πάντα ένα «ωχ! Κι αυτό είχε σχέση πάντα με την αγωνία που μου προκαλούσε ο έλεγχος του πρώτου τριμήνου. Και τώρα που μεγάλωσα πάλι εκείνο το “ωχ»! με βασανίζει. Κι ας μην παίρνω βαθμούς. Κι ας δίνω βαθμούς. Αυτό το «πάρε-δώσε» με ταλαιπωρεί διότι το βαθμολογικό σύστημα του παραδοσιακού συστήματος εκπαίδευσης και οι αυταρχικοί δάσκαλοι, οι οποίοι  μου «έτυχαν» στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, χάραξαν τη ψυχή μου με ένα ωραιότατο δώρο: ένα τραύμα με κόκκινο γυαλιστερό φιόγκο.
Το Δημοτικό Σχολείο δεν το αγάπησα. Δε μπορούσα ποτέ να καταλάβω γιατί η κολλητή μου φιλενάδα έπαιρνε πάντα 10 κι εγώ πάντα 8. Αφού διάβαζα! Εντάξει, δε λέω,το χέρι μου δεν το πολυσήκωνα γιατί ήμουνα ντροπαλή. Εκείνος ο έλεγχος, όμως, εφιάλτης σκέτος, πάντα με τιμωρούσε για κάτι…8…8…8…άντε κι ένα 10 στη Γυμναστική. Και η καλύτερή μου φίλη μου πάντα 10, σε όλα. Μάλλον, σκεφτόμουν, δεν άξιζα και πολλά πράγματα…
Το Γυμνάσιο δεν το αγάπησα. Ήμουνα τόσο σίγουρη πως σε εκείνο το διαγώνισμα στη Χημεία είχα γράψει 20. Είχα λιώσει στο διάβασμα. Περίμενα με καμάρι τη βαθμολογία. Κι η καθηγήτρια άνοιξε τον κατάλογο και αναφώνησε μπροστά σε όλη την τάξη: Κωσταντίνου 20, Χιώτη 20, Φραγκάκη 9… Κόντεψα να πεθάνω από τη ντροπή μου. Πήρα κάτω από τη βάση τότε, έγινα μεσήλικας τώρα κι ακόμα δεν κατάλαβα γιατί πήρα εκείνο το 9. Εκείνος ο έλεγχος, εφιάλτης σκέτος, πάντα με τιμωρούσε για κάτι…15…16…15…16…άντε κι ένα 18 στη Γυμναστική. Κι η καλύτερή μου φίλη, πάντα 20 σε όλα. Μάλλον, σκεφτόμουν, δεν άξιζα και πολλά πράγματα…
Το Λύκειο το αγάπησα λίγο παραπάνω. Γιατί είχα ένα Μαθηματικό που μου έκανε το αφηρημένο -συγκεκριμένο και το καταλάβαινα και μια Φιλόλογο που μου έκανε το συγκεκριμένο- αφηρημένο και μου πλάτυνε τη σκέψη, δίνοντάς της φτερά να πετάξει. Κι εκείνος ο έλεγχος λίγο γλύκανε…18…19…18…19…Κι όμως, εγώ έμεινα στην πεποίθηση του «χτες» που είχαν οι άλλοι για εμέναΠαράξενο, σκεφτόμουν, πώς έγινε αυτό; Αφού, δεν άξιζα και πολλά πράγματα…
Δίνοντας «Πανελλήνιες» εξετάσειςήξερα πως δασκάλα δεν ήθελα να γίνωαλλά ήταν μια από τις «αναγκαστικές» επιλογές μου στη λίστα. Και πέρασα, πού λέτε; Στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Αθήνας. Έκρυψα τους ελέγχους μου-κι ακόμα κρυμμένους τους έχω- και ξεκίνησα τη φοιτητική μου ζωή.
Κι έφτασε η ώρα που πήγα στο σχολείο για να διδάξω. Μάζεψα την κλονισμένη μου αυτοπεποίθηση και αντίκρισα τα πρώτα μου πρωτάκια πριν είκοσι χρόνια… Κι ήταν όμορφα, πόσο όμορφα ήταν να διδάσκεις! Μα είχα ένα «κουσούρι».
  • Όταν έβλεπα «κακό» μαθητή έβαζα στοίχημα κρυφό με τη «μικρή Μαρία», που έκρυβα μέσα μου, να τον πείσω πως αυτή είναι μια ιδέα που του περνούν οι άλλοι, πως δεν είναι η αλήθεια.
  • Εξηγούσα στον ίδιο και στους συμμαθητές τους ότι είναι τόσο «καλός» μαθητής όσο κι αυτοί, αλλά μπορεί να είχε μια ατυχία, να μην είχε την κατάλληλη βοήθεια ή να είχε άλλα άγχη κι άλλες έννοιες για ένα μικρό διάστημα.
  • Και του τα εξηγούσα όλα με τον πιο απλό και αναλυτικό τρόπο. Και τον έπαιρνα στην έδρα καιτου τα έλεγα με το δικό ΤΟΥ τρόπο, όχι με τον τρόπο των ΑΛΛΩΝ συμμαθητών μου, ούτε με το δικό ΜΟΥ τρόπο. Και του έλεγα πόσο σπουδαίος είναι, μα πόσο!
  • Και του έβαζα 10…10…10…και έλεγα σε όλους πόσο πολύ προσπαθεί!
  • Έλεγα σε όλο το τμήμα να μην ανταγωνίζονται ο ένας με τον άλλο, αλλά να φροντίζουν να είναι μια καλή ομάδα που το ένα μέλος της να προσφέρει στο κοινό έργο ότι καλύτερο μπορεί και ξέρει.
Κι αυτός καμάρωνε και ψήλωνε και διάβαζε και σήκωνε το χέρι του και το μάκραινε να φτάσει το χέρι των άλλων. Κι όταν έβλεπα το χέρι του κατεβασμένο του γαργαλούσα τη μασχάλη για να το σηκώσει…Κι είδα πως τότε το σήκωνε και το κρατούσε ολόρθο. Ήθελε κι αυτός, όπως κι εγώ, όπως κι εσείς, αυτό το ενθαρρυντικό «κάτι» που θα τον έκανε να διαβάζει πιο πολύ, να μη φοβάται το λάθος, να συμμετέχει με μια φωνή σταθερή κι ένα κορμί καμαρωτό.
Πέρασαν χρόνια πολλά, για να βρω κι εγώ το δικό μου «κάτι», που γαργαλησε τη δική μου μασχάλη. Σήκωσα τότε κι εγώ το χέρι μου και στάθηκα καμαρωτή στο 1.80 ύψος μου. Πήγα στη μετεκπαίδευση, τέλειωσα το μεταπτυχιακό μου, πήρα το διδακτορικό μου, κέρδισα υποτροφία κι άρχισα να παίρνω…10…10…10…Κι έχω τόση αγάπη για αυτό που κάνω. Και βλέπω πια πως μπορώ, πως είμαι ικανή, πως οι βαθμοί μου τότε έλεγαν ψέματα, ήταν χάρτινοι και μου σημάδεψαν με ανεπάρκεια τα τρυφερά μου χρόνια.
Κι έζησα εγώ καλά κι οι μαθητές μου καλύτερα».
Κι όμως, ακόμα, κάποιες στιγμές, φοβάμαι, πως μάλλον κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Κι όμως, κάποιες φορές, αναρωτιέμαι ακόμα αν αυτά τα δεκάρια είναι δικά μου. Κι έχω ακόμα εκείνη την απορία: Γιατί δεν πήρα ποτέ κι εγώ στον έλεγχο ένα καμαρωτό Άριστα (10) στο Δημοτικό Σχολείο; Γιατί εγώ δε μορούσα να τα καταφέρω;
Την απάντηση μου την έδωσε ο Seymour Papert, στις «Νοητικές Θύελλες», στο βιβλίο που πρωτοδιάβασα για να δώσω τις μεταπτυχιακές μου εξετάσεις. Έγραφε, λοιπόν κάπου:
«…και τότε…Η ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ».
Ναι, έτσι είναι. Είμαι τόσο σίγουρη πια. Σου λένε με πολλούς τρόπους πως είσαι ανίκανος, στο ξαναλένε κι εσύ-πού θα πάει- το πιστεύεις…
Όμως, εμείς οι δάσκαλοι έχουμε πια ένα ρόλο διαφορετικό από εκείνον της αυθεντίας, του τιμωρού, του αυταρχικού ηγέτη. Ξέρουμε, πριν σημειώσουμε με μπλε μελάνι την κίτρινη καρτέλα πως χαράζουμε με κόκκινο μια τρυφερή παιδική ψυχή.
Όμως, εμείς οι γονείς έχουμε πια συνειδητοποιήσει πως θέλουμε τα παιδιά μας να είναι πρώτα από όλα συναισθηματικά υγιή, να αισθάνονται ικανά και δυνατά να χαράξουν το δικό τους δρόμο. Ξέρουμε πως πρέπει να τους πούμε ένα μεγάλο «μπράβο» στην προσπάθεια τους και να τα ενθαρρύνουμε.
Σε ένα σύγχρονο σύστημα αξιολόγησης πρέπει
  • να προτάσσονται τα κίνητρα μάθησης που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση του μαθητή, την ενθάρρυνση της προσπάθειάς του, τον προσδιορισμό των ενδιαφερόντων του.
  • να καλλιεργούνται δεξιότητες συναισθηματικής νοημοσύνης, όπως εκείνες της συνεργατικότητας, της αλληλεπίδρασης, του σεβασμού, της ενσυναίσθησης
  • να παρακολουθείται  η πρόοδος του μαθητή και να εντοπίζονται οι μαθησιακές του δυνατότητες ή αδυναμίες σε σύγκριση με τις πρότερες επιδόσεις του.
  • να δίνεται έμφαση στην εξατομίκευση της αξιολόγησης, αποφεύγοντας τυποποιημένες διαδικασίες σύγκρισης.
  • να αναδεικνύεται η «μαθησιακή ταυτότητα» κάθε μαθητή λαμβάνοντας υπόψη τον ατομικό τρόπο και ρυθμό μάθησης του μαθητή, το στάδιο της γλωσσικής του ανάπτυξης, αλλά και τις ευκαιρίες που του προσφέρει το κοινωνικο-οικονομικό του περιβάλλον.
  • να υπάρχει στόχευση για την ανάπτυξη της υπευθυνότητας και την καλλιέργεια κριτικού και δημιουργικού πνεύματος.
  • να προάγεται η συνδυαστική, διεπιστημονική και ολιστική προσέγγιση της γνώσης.
 ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΤΟΙΜΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ,
 ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΧΑΡΑΖΟΥΜΕ ΚΑΘΩΣ ΠΡΟΧΩΡΟΥΜΕ…
Δρ. Μαρία Φραγκάκη

Πηγή: Δημοτικό Σχολείο Ολύνθου

http://dim-olynth.chal.sch.gr/?p=821

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Άγγελος Πατσιάς

"Όποιος μεγάλωσε στη φυλακή, τη φυλακή θυμάται. Όποιος μεγάλωσε στο παλάτι, το παλάτι θυμάται.
Ινδική παροιμία

Του καρδιολόγου Νικήτα Κακκαβά που δημοσιεύτηκε στο blog Σχολιαστής

Σε κάθε σχολείο ανάμεσα στους δέκα-είκοσι δασκάλους υπάρχει και ένας που ξεχωρίζει. Ένας δάσκαλος που τον θυμόμαστε για χρόνια μετά, μέχρι τα γεράματα μας, με αγάπη και αληθινή συγκίνηση. Ένας δάσκαλος που κατάφερε να τρυπώσει στο άβατο της παιδικής μας ψυχής και έφερε ένα εντελώς νέο φως. Και χάρη σ' αυτό το "Δεύτε λάβετε φως" - φως μικρού κεριού ή ολόλαμπρου ήλιου δεν έχει σημασία - μέσα στην κυνικότητα και στην αδιάφορη καθημερινότητα του ενήλικα, που μοιραία όλοι μεταμορφωθήκαμε, διασώζεται και αχνοφέγγει ακόμα ό,τι καλό διαθέτουμε εντός μας.

Σε ένα μικρό χωριό του ορεινού Ρεθύμνου, τον Φουρφουρά, οι γιοί και οι κόρες των 560 μόλις κατοίκων του δέχτηκαν την ευεργεσία μιας αναπάντεχης τύχης. Χωρίς να το ξέρει, κάποιος βαριεστημένος δημόσιος υπάλληλος του υπουργείου Παιδείας σφράγισε πριν από λίγα χρόνια τον διορισμό στο χωρίο τους ενός τέτοιου ξεχωριστού δασκάλου, του Άγγελου Πατσιά.

Ο νεαρός δάσκαλος δεν είδε αυτόν τον διορισμό του στην άκρη του πουθενά σαν μια καταναγκαστική προσγείωση, σαν δυσάρεστο πάρεργο εν όψει μιας ευνοϊκότερης μετάθεσης ή σαν μια ευκαιρία για ατελείωτη ραστώνη.

Αντιθέτως! Διέθεσε και διαθέτει μέχρι σήμερα ό,τι φωτεινότερο κρύβει η ψυχή του. Μακριά από κάθε λογική κέρδους - βλέπε αντιπαροχή υπό την μορφή μισθού, προσωπικής προβολής και ό,τι παρόμοιο σκεφθεί ο κακοπροαίρετος νους μας - άνοιξε στους ολιγάριθμους μαθητές του την αυλαία ενός εντελώς καινούργιου κόσμου, χαρίζοντας τους την σπάνια ευκαιρία να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.

Στην άκρη το "εβδομαδιαίο πρόγραμμα"

Και τι δεν έκανε ο ευφάνταστος αυτός δάσκαλος! Και πρώτα από όλα έγκαιρα πήρε την ορθή και γενναία απόφαση να αποδράσει από τα ασφυκτικά όρια του γραφειοκρατικού «Εβδομαδιαίου Προγράμματος» που ορίζει το Υπουργείο Παιδείας. Στο δικό του σχολείο αποφάσισε πως κράτος και εξουσία θα είχαν οι ανάγκες και οι νόμοι της παιδικής ηλικίας και όχι το στενάχωρο πλαίσιο του νομοθέτη. Έβαλε τα τυχερά Φουρφουργιανάκια στις φτερούγες του και ξεκίνησαν όλοι μαζί την πτήση τους προς τον ευαίσθητο ουρανό της Φαντασίας – ή προς τον φανταστικό ουρανό της Ευαισθησίας, αν προτιμάτε.

Μέσα στα λίγα χρόνια που ο Άγγελος Πατσιάς είναι δάσκαλος στο 4θέσιο Δημοτικό σχολείο Φουρφουρά πραγματοποίησε ένα μικρό θαύμα.

Δεν στάθηκε στις ανεπάρκειες της ελληνικού κράτους, αγνόησε τις αβελτηρίες της δημόσιας παιδείας, υπερπήδησε κάθε βολική δικαιολογία προκειμένου να αρκεστεί στο νόμο της ήσσονος προσπάθειας. Οργάνωσε το παλιό σχολείο του χωριού, μεταμορφώνοντας το από ένα εγκαταλειμμένο οίκημα σε σχολείο του 21ου αιώνα. «Σχολείο της φύσης και των χρωμάτων» το ονόμασε και βάλθηκε να το φτιάξει.

Ζωγράφισε φωτεινούς και έγχρωμους τους τοίχους, πλούτισε την βιβλιοθήκη του, έφερε υπολογιστές. Μα πάνω από όλα αποφάσισε να μάθει στα παιδιά αληθινά "γράμματα", παναπεί να ξυπνήσει εντός τους τον αχόρταγο προσανατολισμό προς το Καλό και το Ωραίο.

Γι' αυτό και βάλθηκε να μάθει τα παιδιά να τραγουδούν, να νοιώθουν την ποίηση, να παίζουν θέατρο, να χορεύουν - μέχρι και "μάχη χορευτικών συγκροτημάτων" διοργάνωσε ο αθεόφοβος! Οργάνωσε τους μικρούς του μαθητές για καλλιεργούν μποστάνια και να φτιάξουν το δικό τους κοτέτσι. Κατόπιν τους έμαθε να πουλάνε την παραγωγή τους - αυγά, καρπούζια και λαχανικά - προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήματα για τα έξοδα του σχολείου. Κανονικό πρότυπο αυτοδιαχείρισης δηλαδή.

Διαβάζω στο Διαδίκτυο την άποψη του για την εκπαίδευση.

"Η εκπαίδευση", λέει ο Άγγελος Πατσιάς, "κρύβεται στα απλά πράγματα. Εγώ αυτό που έκανα είναι να πειραματίζομαι". Και συνεχίζει: "Δεν θέλει φόβο στον πειραματισμό και μάλλον αυτό είναι το πιο σημαντικό. Πάντα όμως να έχουμε ως γνώμονα ότι τα παιδιά δεν θα ζημιωθούν από τους πειραματισμούς. Λάθη θα γίνουν, τα παιδιά δείχνουν κατανόηση. Ο δάσκαλος δεν είναι θεός. Είναι κάτι το οποίο κινείται ανάμεσά τους πολλές ώρες την ημέρα και ο ένας μαθαίνει από τον άλλο".

Τέλος, μεταξύ των πολλών άλλων, o Άγγελος Πατσιάς δημιούργησε, κλέβοντας ώρα από τον "εξωσχολικό" του χρόνο, μια διαδικτυακή εκπαιδευτική τηλεόραση για τα παιδιά. Την Φουρφουρά Web TV!

Η Φουρφουρά Web TV δεν είναι απλά μια ακόμη διαδικτυακή τηλεόραση ανάμεσα στις χιλιάδες που μπορεί να βρει κανείς σήμερα στο Ίντερνετ. Είναι κάτι πολύ περισσότερο: αποτελεί έναν δίαυλο επαφής και επικοινωνίας των παιδιών με την υπόλοιπη Κρήτη, με την Ελλάδα και – γιατί όχι; - με όλο τον κόσμο. Μέσα από αυτήν τα παιδιά αυτοσχεδιάζουν, δημιουργούν, αλλά επίσης λύνουν τις απορίες τους, μαθαίνουν εξ αποστάσεως… Πάνω από όλα τα παιδιά το διασκεδάζουν. Αρκεί να επισκεφτεί κανείς τον σχετικό διαδικτυακό τόπο – site επί το … ελληνικότερον - για να διαπιστώσει, ότι όσα γράφω είναι αλήθεια μέχρι κεραίας.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο κόσμος μας λειτουργεί με γνώμονα την ανισότηταµ στα όνειρα και τις προοπτικές των ανθρώπων καμιά δημοκρατία και δικαιοσύνη δεν λειτουργεί. Έχεις αναρωτηθεί, άραγε αναγνώστη μου, τι είδους ισονομία ορίζει ο Θεός, η Τύχη, το Κισμέτ, η φυσική επιλογή, το Κάρμα - ή έστω ό,τι πιστεύει ο καθένας - ανάμεσα στο παιδάκι που γεννιέται σε μια εύπορη αστική οικογένεια στα προάστια της Αθήνας και στα παιδιά ενός μεροκαματιάρη αγρότη ή κτηνοτρόφου σε κάποιο απομονωμένο χωρίο των συνόρων;

Τα παιδιά του Φουρφουρά γεννήθηκαν με τα σύνορα τους κατ’ αρχήν κλειστά στην αποδημία των ονείρων και της ίσης ευκαιρίας. Αναλογιστείτε τα δεδομένα και προβλέψτε τις δυνατότητες: ένα ορεινό χωριό 500 ανθρώπων που στην πλειονότητα είναι υπερήλικες χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, λασπόδρομοι, το Ρέθυμνο χιλιόμετρα μακριά και στη γλώσσα του χωρίου πολλές λέξεις, όπως "κινηματογράφος», «θέατρο», «συναυλία», «λεωφόρος» κ.ά., χωρίς αντίκρισμα. Τα παιδιά του Φουρφουρά έπρεπε να τρέξουν, αμέσως αφότου γεννήθηκαν, αν ήθελαν να «προλάβουν» τους συνομηλίκους τους των πόλεων. Βλέπεις οι τελευταίοι είχαν όλον τον χρόνο, πρώτα να μπουσουλήσουν, μετά να σηκωθούν στα δυο τους πόδια και να μάθουν με την ησυχία τους να περπατούν. Κι όμως η παρουσία ενός μόνου ανθρώπου, του δάσκαλου Άγγελου Πατσιά, έφτασε να ανατρέψει την προδιαγεγραμμένη μοίρα των παιδιών, κατάφερε να ανοίξει ρωγμές στην απομόνωση τους και να εγγράψει οριστικά στην καρδιά τους στέρεες παρακαταθήκες για το μέλλον. Με άλλα λόγια, ο εμπνευσμένος δάσκαλος μπόρεσε να ακυρώσει τα βαρίδια της καταγωγής και να αποκαταστήσει μια κάποια πιο δίκαια κανοναρχία στην πτήση της ζωής τους.

Μα γιατί τα γράφω όλα αυτά; Δεν ξέρω και εγώ στ’ αλήθεια, αναγνώστη μου. Ίσως να ματαιοπονώ γράφοντας τούτες τις σκέψεις, για να διεκδικήσω φρούδες απαντήσεις σε μάταιες απορίες. Φερ’ ειπείν σε τούτα τα χρόνια της δημόσιας ρητορείας και της ιδιωτικής ιστορίας, όπου όλα τριγύρω είναι «ωραία κιόλας ερείπια»2, τι μπορούμε να λογαριάσουμε για Πράξη; Κι ακόμη: ποια Πράξη, μέσα σε τούτο το ετοιμόρροπο σκηνικό μες στο οποίο περιφέρουμε κομπάρσο τη ζωή μας, μπορεί να σταθεί όρθια σαν αλεξικέραυνο;

Ζούμε στα χρόνια, που το τιποτένιο κάνει μεγάλο σαματά. "Πάμε ΠΟΥΘΕΝΑ, να δούμε ΚΑΝΕΝΑΝ για να πούμε ΤΙΠΟΤΑ", είναι το σλόγκαν της νέας εποχής. Η βιαστική πλειοψηφία, που ξεχαρμανιάζει μπροστά στους ήρωες της lifestyle υποκατάστατης πραγματικότητας, έχει τυφλά και κωφά τα αισθητήρια της για τέτοιες λογής Πράξεις, όπως τούτο το ευαίσθητο δασκαλίκι του νεαρού Άγγελου. Μοιάζει για αυτούς αποκοτιά, γραφικότητα, καπρίτσιο ή τέλος πάντων μια ασήμαντη και δυσδιάκριτη ψηφίδα στο οπτικό τους πεδίο. Στο βάθος ίσως και να την αγνοούν, επειδή γίνονται ενοχλητικοί όσοι επιμένουν ακόμα να θυμίζουν πως είμαστε φτιαγμένοι για να γίνουμε Άνθρωποι ...

Εκπληκτικέ Άγγελε Πατσιά, αν μπορούσε η φωνή μου να φτάσει μεμιάς από εδώ τον παγωμένο βορρά της Ελλάδας μέχρι τον Φουρφουρά της ορεινής Ρεθυμνίας, θα ήθελα να σου φωνάξω αληθινέ μου Δάσκαλε, για ό,τι κάνεις, τα λόγια του Ποιητή:

"Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο".

Υ.Γ1. Λίγους μήνες πριν πεθάνει ρώτησαν σε μια τηλεοπτική συνέντευξη τον Γιώργο Ζαμπέτα τι θυμάται από την ζωή του. Ο θυμόσοφος μάγκας, ρούφηξε το τσιγάρο του, ζύγισε το ζάρι της μνήμης και απάντησε στον έκπληκτο δημοσιογράφο: «Εξόν από την μάνα και τα παιδιά μας, τι νομίζεις ότι θα θυμόμαστε ρε; Κανά καλό δάσκαλο, την πρώτη γκομενίτσα και κανένα μερακλίδικο τραγούδι…».

Υ.Γ2. Ότι σταδιακά μεταλλασσόμαστε από οργανωμένη κοινωνία ανθρώπων σε ένα σαθρό, αλλοπρόσαλλο, ετοιμόρροπο και χωρίς ευδιάκριτο αξιακό σύστημα συνονθύλευμα τυχαίων συνοδοιπόρων, φαίνεται και από την αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η πλειοψηφία στους δασκάλους. «Τεμπέληδες που κάθονται τρεις μήνες το χρόνο», «δασκαλάκοι», «μίζεροι» και άλλα τέτοια παρόμοια συνηθίζουν για τους δασκάλους αρκετοί. Κάποιοι μάλιστα προχωρούν ακόμη παραπέρα: αποκαθηλώνουν τον δάσκαλο στα μάτια του μικρού παιδιού τους με την παραμικρή ευκαιρία. Διόλου δεν αντιλαμβάνονται το κακό που κάνουν στην αθώα παιδική ψυχή των σπλάγχνων τους (υπέρ των οποίων a propo ισχυρίζονται πως κόπτονται και πασχίζουν). Μιας και στο παιδί πρώτα οικοδομείς το εναλλακτικό και ύστερα γκρεμίζεις το υπάρχον. Τακτική μπουλντόζας και αντιπαροχής δεν χωράει στη ψυχή των παιδιών μας! Ψιλά γράμματα θα μου πεις αναγνώστη μου. Όμως, στις λεπτομέρειες παίζεται το παιχνίδι της ζωής…

Το πρώτο ολισθηρό βήμα για την αμορφωσιά και την απανθρωπιά της κοινωνίας - και ό,τι αυτές συνεπάγονται - είναι η αντιφατική στάση που τηρούμε έναντι των δασκάλων – και κατ’ επέκταση της Παιδείας. Από τη μια, τους εμπιστευόμαστε ό,τι πιο πολύτιμο, εύθραυστο και σπάνιο αξιωθήκαμε ποτέ να αποκτήσουμε: τη ψυχή των παιδιών μας. Επιπλέον, με κάθε ευκαιρία αναγνωρίζουμε τη σπουδαιότητα του λειτουργήματος τους. Από την άλλη, παραμένουμε πεισματικά και εξαρχής προκατειλημμένοι και απαξιωτικοί μαζί τους. Σκεφθείτε μοναχά πόσες φορές έχετε ακούσει ή και ξεστομίσει την ατάκα "τι ξέρει τώρα ο δασκαλάκος;". Επιτρέψτε μου να πω – όχι ότι χρειάζονται αυτόκλητους υπερασπιστές οι δάσκαλοι - πως ενίοτε ξέρει πολλά περισσότερα από πολλούς τριγύρω μας που τους έχει αποχαυνώσει η lifestyle παρέλαση της τηλεόρασης.

Είναι σίγουρο πως δεν αξίζουν όλοι οι «δάσκαλοι» να λέγονται δάσκαλοι, όπως δεν αξίζει λ.χ. να λέγονται γιατροί όλοι οι "γιατροί", δικαστές όλοι οι "δικαστές" και εν τέλει όλοι οι «άνθρωποι» άνθρωποι. Χωρίς αμφιβολία στην εκπαιδευτική κοινότητα λαθροβιώνουν αρκετοί που δεν έχουν αντιληφθεί στο ελάχιστο πόσο σπουδαίος είναι ο ρόλος τους και ποια επίδραση μπορεί να έχει διαχρονικά η παρουσία τους στους ανθρώπους, την αγωγή των οποίων τους εμπιστεύονται οι γονείς και η κοινωνία. Ωστόσο, αναπόφευκτα παιδεία και σχολείο δεν έχουν νόημα χωρίς τον δάσκαλο, όπως δεν νοείται δικαιοσύνη και δικαστήριο χωρίς τον δικαστή ή υγεία και νοσοκομείο χωρίς τον γιατρό.

Μόνο αν η κοινωνία και οι εκάστοτε Εξουσίες αναγνωρίσουν με ολοφάνερο και ανυπόκριτο τρόπο την αξία του δασκάλου, υπάρχει ελπίδα η εκπαιδευτική κοινότητα να βρει το θάρρος και την αποφασιστικότητα να ξεφορτωθεί από τέτοιους λογής λαθρεπιβάτες. Εν τέλει χρειάζονται και κάποια υπομόχλιο συμπαράσταση οι δάσκαλοι για να εννοήσουν, να προστατέψουν και να αναδείξουν το κύρος της ευθύνης να είσαι δάσκαλος.

Οι δάσκαλοι – και ιδίως οι νέοι δάσκαλοι, τα είκοσι οχτώ χρονών αγόρια και κορίτσια που βλέπω περιτριγυρισμένα από τα πολύβουα μελίσσια των παιδίων στις αυλές των δημοτικών σχολείων - πρέπει να πάψουν να ακροβατούν στο τεντωμένο σκοινί μιας τέτοιας αντίφασης: από τη μια λειτουργοί, από την άλλη απαξιωμένοι από την κοινωνία και νεόπτωχοι με 900 ευρώ μισθό από το Κράτος. Γιατί αν "όλα έχουν παιχτεί, προτού γίνουμε δώδεκα χρονών", όπως σοφά διαισθάνθηκε ο Γάλλος ποιητής Charles Péguy, τότε ο δάσκαλος είναι κάτι περισσότερο από αυτό για το οποίο τον προορίζει η προκρούστεια γραφειοκρατική αντίληψη του Υπουργείου Παιδείας. Είναι τυχαίο που ο Πλάτωνας στην Ιδανική Πολιτεία του ιεράρχησε πρώτο τον Δάσκαλο στην κορυφή της κοινωνίας;

Υ.Γ3. Θερμή παράκληση να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της Φουρφούρα Web TV (http://fourfourastv.blogspot.com). Προσπαθήστε να στείλετε με κάθε τρόπο (e-mail στη διεύθυνση του angelpats@gmail.com, συγχαρητήρια επιστολή στο σχολείο του χωριού κλπ) σ' αυτόν τον άνθρωπο ένα μήνυμα συμπαράστασης, ένα μικρό μπράβο, μια ευχή. Το αξίζει! Ο ίδιος - σεμνός καθώς φαίνεται - δεν επιδίωξε ποτέ του την προβολή. Ωστόσο, την αξίζει όσο κανείς άλλος! Ιδίως αυτές τις στιγμές όπου η κατήφεια και η απαισιοδοξία που γέννησε η οικονομική κρίση σκιάζουν το μικρό του άστρο στον ουρανό μας.

*To κείμενο είναι του καρδιολόγου Νικήτα Κακκαβά και δημοσιεύτηκε στο blog Σχολιαστής